Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011

Λερωμένα δερμάτινα παπούτσια

Ώρα 8 πμ και ένα έφηβο αγόρι κάθεται ολομόναχο σε έναν σταθμό τρένου 

Το πρωινό φως τον ζαλίζει. Κρύβει τα μάτια του για λίγο και μετά κοιτάζει προς τα κάτω. Λάσπες. Τα δερμάτινα παπούτσια του δεν θυμίζουν καθόλου  εκείνα που γεμάτος ενθουσιασμό είχε αγοράσει με το χαρτζιλίκι από την πρώτη του δουλειά. Ο σταθμός άδειος. Κάθεται σε ένα ξεβαμμένο παγκάκι και ακουμπάει την βαλίτσα δίπλα του. Σκεφτικός κατεβάζει ξανά το κεφάλι. Δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν γιατί. Δεν γνώριζαν τίποτα.  Δεν ήθελε να τους πικράνει. Δεν έφταιγαν αυτοί για ότι συμβαίνει. 

Βγάζει ένα εισιτήριο από την τσέπη του. Κοιτάζει ξανά τις ώρες. Ένα δάκρυ του ξεφεύγει και το βρέχει. Βιαστικά το σκουπίζει στο πουκάμισο του. Ανασκουμπώνεται. Ακουμπάει τις παλάμες στις άκρες των ματιών του και τα τρίβει. Πρέπει να είναι δυνατός. Σηκώνει την βαλιτσούλα και την εναποθέτει αργά στα πόδια του. Την ανοίγει και βγάζει μερικά ρούχα. Τσαλακωμένα και στοιβαγμένα με άσχημο τρόπο, μαρτυρούν μια βιαστική φυγή. Δεν είχε χρόνο. Έπρεπε να φύγει σήμερα κιόλας.

Η ομπρέλα των Χριστουγέννων


Ώρα 7 μμ και μια νεαρή κοπέλα περιμένει μπροστά από ένα εμπορικό

Ανήσυχα περπατάει από την μία άκρη της βιτρίνας στην άλλη. Κοιτάζει την φιγούρα της στο γυαλί. Μπλέκει τα δάχτυλα της στα μαλλιά.  Δαγκώνει το κάτω χείλος και ξεφυσά. Κοιτάζει το ρολόι της. Αναρωτιέται. Ο ουρανός σκοτεινιάζει. Οι πρώτες ψιχάλες δεν αργούν να έρθουν. Σύντομα η βροχή μουσκεύει τα πλακάκια του πεζοδρομίου. Εκείνη κρύβεται βιαστικά πιο μέσα. Χριστουγεννιάτικη μουσική. Ένα μικρό αγοράκι παρακαλάει την μητέρα του να μην φύγουν. Εκείνη σιχτιρίζει και τον σέρνει πάνω στο κρεμ δάπεδο. Της ξεφεύγει ένα γελάκι.

Κάθεται σε ένα παγκάκι. Κούραση. Βιαστικά κοιτάζει ξανά το ρολόι της. Οι δείκτες κολλημένοι, αρνούνται κατηγορηματικά να κουνηθούν. Το πρόσωπο της χάνει την λάμψη του. Με μια κίνηση βάζει το χέρι στο μακρύ παλτό της. Κρατά στο χέρι ένα παλιό κινητό. Με τα παγωμένα της δάχτυλα προσπαθεί να πληκτρολογήσει έναν αριθμό. Διστάζει. Αφήνει το κινητό κάτω και χαϊδεύει το μέτωπο της. Κοιτάζει δεξιά.

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

Ψάχνοντας τον αγγελό της

Ώρα 4 πμ και μια έφηβη κοπέλα βρίσκεται στο κρεβάτι με τα μάτια ανοιχτά

Προσπαθούσε. Γυρνούσε ώρες μέσα στα λευκά σκεπάσματα αλλά μάταια. Τα μάτια της ανήμπορα να κλείσουν. Ύπνος. Πόσο δύσκολα έρχεται κάτι μέρες σαν και αυτή. Σκεφτόταν. Όχι τι έγινε αλλά τι επρόκειτο να συμβεί. Με δυσκολία κατάπινε. Φοβόταν. Με μια απότομη κίνηση σηκώνεται  και κάθεται στην άκρη του κρεβατιού. Καρφώνει το βλέμμα της στο μικρό πράσινο φωτάκι του δωματίου της. Ο ήχος της βροχής την αποσυντονίζει. Τα μάτια της κόκκινα. Δεν αντέχουν άλλο. Γέρνει μπροστά το κεφάλι της και ξεσπάει σε σιωπηρούς λυγμούς. Τα μαλλιά της μπλέκονται στα βρεγμένα με δάκρυα δάχτυλα της. Αναρωτιέται πως θα μπορούσε να το σταματήσει. Είναι όμως ήδη αργά.


Με δυσκολία σηκώνεται όρθια. Έρχεται. Το νιώθει να ανεβαίνει. Με γρήρορες κινήσεις τρέχει προς το μπάνιο. Γονατίζει. Σκύβει μπροστά από την λεκάνη και αφήνει τον εαυτό της ελεύθερο. Ακόμα μια ζαλάδα. Κόβει λίγο χαρτί και σκουπίζει το στόμα της. Αδύναμη αφήνει τον ευατό της προς τα πίσω.Νιώθει το κρύο μάρμαρο να την αγγαλιάζει. Ρίγος.

Ένα μακρύ πλεκτό κασκόλ

Ώρα 2 μμ και ένας νεαρός κάθεται μπροστά από τον υπολογιστή του..

Σκεφτικός σηκώνει το ένα φρύδι και συνοφρυώνεται. Χτυπάει νευρικά το δάχτυλο του  πάνω στο enter. Σκύβει μπροστά στην οθόνη. Πάει να ψελλίσει κάτι αλλα σταματά. ENTER! Σταυρώνει τα χέρια και ανακουφισμένος ξεφυσά.

Προσπαθεί να σηκωθεί αλλά το πόδι του είναι μουδιασμένο. Κρατιέται από το γραφείο λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να κυκλοφορήσει το αίμα. Τινάζει ελαφρώς το πέλμα και κατευθύνεται προς την κουζίνα. Δίψα. Ο ήχος και μόνο της βρύσης που ανοίγει τον ανανεώνει. Τηλέφωνο. Σχεδόν χύνει το νερό πάνω του αφήνοντας νευρικά το ποτήρι κάτω. Τρέχει να το σηκώσει. Απογοήτευση. Δεν ήταν το τηλεφώνημα που ήλπιζε πως θα ήταν. Απαντάει γρήγορα. Κοφτά. Βιάζεται να κλείσει. Ίσως πάρει αργότερα. Κοιτάζει το ρολόι του βιαστικά και στραβώνει ελαφρώς το στόμα.

Ελλάδα χώρα του φωτός

Ώρα 9 μμ και ένας άνδρας στέκεται στο μπαλκόνι του καπνίζοντας..

Ησυχία. Μα πως θα μπορούσε?! Ζει στην Ελλάδα. Τόσα χρόνια συνυφασμένη με το γνωστό τρίπτυχο "Γάτα, Κόρνα, Τρίτο Λαϊκό πρόγραμμα" και εκείνος ακόμα αδυνατεί να το συνειδητοποιήσει.
Γλύφει απαλά τα ξερά του χείλη και ακουμπάει προσεκτικά την άκρη του τσιγάρου πάνω.

Σκέψεις σκόρπιες. Κοιτάζει τριγύρω του. Το φεγγάρι έχει απλώσει τα χέρια του και απαλά χαϊδεύει με το ασημένιο του φως τα επιβλητικά παλαιά κτήρια που τον περικυκλώνουν, κάνοντας την ύπαρξη του να φαντάζει μικρή και σχεδόν ασήμαντη .

Ξάφνου μια λάμψη. Τα βλέφαρα του πεταρίζουν. Άλλη μια ! Και άλλη!  Τρίβει τα μάτια του έκπληκτος. Παντού γύρω του μικρά φώτα ως σπίθες από κάποιο σπίρτο που ακόμα σιγοκαίει πλημμυρίζουν το πρώην μελαγχολικό τοπίο. Τα πόδια του κολλημένα στην ίδια θέση, αδυνατούν να ξεφύγουν από την μαγεία που συμβαίνει μπροστά στα μάτια του. Μια σκέψη περνάει φευγαλέα από το μυαλό του.