Ώρα 2 μμ και ένας νεαρός κάθεται μπροστά από τον υπολογιστή του..
Σκεφτικός σηκώνει το ένα φρύδι και συνοφρυώνεται. Χτυπάει νευρικά το δάχτυλο του πάνω στο enter. Σκύβει μπροστά στην οθόνη. Πάει να ψελλίσει κάτι αλλα σταματά. ENTER! Σταυρώνει τα χέρια και ανακουφισμένος ξεφυσά.
Προσπαθεί να σηκωθεί αλλά το πόδι του είναι μουδιασμένο. Κρατιέται από το γραφείο λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να κυκλοφορήσει το αίμα. Τινάζει ελαφρώς το πέλμα και κατευθύνεται προς την κουζίνα. Δίψα. Ο ήχος και μόνο της βρύσης που ανοίγει τον ανανεώνει. Τηλέφωνο. Σχεδόν χύνει το νερό πάνω του αφήνοντας νευρικά το ποτήρι κάτω. Τρέχει να το σηκώσει. Απογοήτευση. Δεν ήταν το τηλεφώνημα που ήλπιζε πως θα ήταν. Απαντάει γρήγορα. Κοφτά. Βιάζεται να κλείσει. Ίσως πάρει αργότερα. Κοιτάζει το ρολόι του βιαστικά και στραβώνει ελαφρώς το στόμα.
Το δωμάτιο του σκοτεινό. Όλο ξεχνάει να ανοίξει τα παντζούρια. Πατάει τον διακόπτη να ανοίξει το φως. Κίτρινο και ζοφερό. Το κασκόλ. Ανήσυχος το ψάχνει σε όλο το δωμάτιο. Οι ντουλάπες και τα συρτάρια ανοιχτά, το σεντόνι ξέστρωτο, η στοίβα με τα πλυμένα ρούχα ακόμα εκεί από χθες.
Ακουμπάει τα χέρια στο κεφάλι και εκνευρισμένος αρχίζει φωνάζει στον εαυτό του. Πως αντέχει να είναι πάντα τόσο ανεύθυνος. Ήταν δώρο. Σκύβει κάτω από το κρεβάτι, τρέχει πάνω κάτω. Τα ρούχα κουλουριάζονται σε μια γωνία. Τα παπούτσια κρύβονται βιαστικά χωρίς το ταίρι τους μέσα σε ντουλάπες και κάτω από το γραφείο.
Απογοητευμένος βρίσκει τον εαυτό του στο πάτωμα. Αναπνέει αργά. Αναρωτιέται γιατί. Προσπαθεί να σηκωθεί. Η κόρη του ματιού του τρελαίνεται. Είναι εκεί. Ένα μακρύ πλεκτό κασκόλ όμορφα διπλωμένο τον περίμενε πάνω στον καναπέ. Πως μπόρεσε να το ξεχάσει. Το αρπάζει με το χέρι του και το τρίβει στα αναψοκοκκινισμένα μάγουλα του. Το τηλέφωνο χτυπάει. Το σηκώνει και απαντάει με τρεμάμενη φωνή. Χαμογελάει.
Τώρα όλα είναι καλά, όλα είναι καλά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου