Ώρα 8 πμ και ένα έφηβο αγόρι κάθεται ολομόναχο σε έναν σταθμό τρένου
Το πρωινό φως τον ζαλίζει. Κρύβει τα μάτια του για λίγο και μετά κοιτάζει προς τα κάτω. Λάσπες. Τα δερμάτινα παπούτσια του δεν θυμίζουν καθόλου εκείνα που γεμάτος ενθουσιασμό είχε αγοράσει με το χαρτζιλίκι από την πρώτη του δουλειά. Ο σταθμός άδειος. Κάθεται σε ένα ξεβαμμένο παγκάκι και ακουμπάει την βαλίτσα δίπλα του. Σκεφτικός κατεβάζει ξανά το κεφάλι. Δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν γιατί. Δεν γνώριζαν τίποτα. Δεν ήθελε να τους πικράνει. Δεν έφταιγαν αυτοί για ότι συμβαίνει.
Βγάζει ένα εισιτήριο από την τσέπη του. Κοιτάζει ξανά τις ώρες. Ένα δάκρυ του ξεφεύγει και το βρέχει. Βιαστικά το σκουπίζει στο πουκάμισο του. Ανασκουμπώνεται. Ακουμπάει τις παλάμες στις άκρες των ματιών του και τα τρίβει. Πρέπει να είναι δυνατός. Σηκώνει την βαλιτσούλα και την εναποθέτει αργά στα πόδια του. Την ανοίγει και βγάζει μερικά ρούχα. Τσαλακωμένα και στοιβαγμένα με άσχημο τρόπο, μαρτυρούν μια βιαστική φυγή. Δεν είχε χρόνο. Έπρεπε να φύγει σήμερα κιόλας.



